Μια αποτυχημένη εξωσωματική δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «κάτι πήγε λάθος».
Και δύο ή περισσότερες αποτυχημένες προσπάθειες IVF δεν σημαίνουν αυτόματα ότι υπάρχει κάποιο κρυφό πρόβλημα εμφύτευσης που πρέπει να αναζητήσουμε με δεκάδες εξετάσεις.
Η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι μια διαδικασία πολλών διαδοχικών σταδίων: από τη διέγερση των ωοθηκών και την ωοληψία μέχρι τη γονιμοποίηση, την ανάπτυξη των εμβρύων, την προετοιμασία του ενδομητρίου και τελικά την εμβρυομεταφορά.
Για να καταλάβουμε επομένως γιατί μια εξωσωματική δεν πέτυχε και τι αξίζει να αλλάξει στην επόμενη προσπάθεια, πρέπει πρώτα να απαντήσουμε σε μια πιο χρήσιμη ερώτηση:
Σε ποιο στάδιο φαίνεται ότι περιορίστηκε περισσότερο η πιθανότητα επιτυχίας;
Από αυτό το σημείο πρέπει να ξεκινά η επανεκτίμηση.
Δεν υπάρχει μία «αποτυχημένη εξωσωματική»
Η φράση «η εξωσωματική απέτυχε» μπορεί να περιγράφει εντελώς διαφορετικές καταστάσεις.
Μπορεί:
να αναπτύχθηκαν λιγότερα ωοθυλάκια από όσα περιμέναμε,
να συλλέχθηκαν λίγα ωάρια,
αρκετά ωάρια να μην ήταν ώριμα,
να υπήρξε χαμηλή γονιμοποίηση,
τα έμβρυα να σταμάτησαν να αναπτύσσονται,
να μη δημιουργήθηκαν βλαστοκύστεις,
να δημιουργήθηκαν καλά μορφολογικά έμβρυα αλλά να μην εμφυτεύθηκαν,
να υπήρξε βιοχημική εγκυμοσύνη,
ή να επιτεύχθηκε κλινική εγκυμοσύνη που τελικά κατέληξε σε αποβολή.
Όλες αυτές οι περιπτώσεις μπορεί να βιώνονται ως αποτυχία IVF.
Ιατρικά όμως δεν αποτελούν το ίδιο πρόβλημα.
improve egg quality,
Τι ελέγχουμε μετά από μια αποτυχημένη εξωσωματική;
Επανεξετάζουμε ολόκληρη την προηγούμενη προσπάθεια IVF
Πριν ζητήσουμε νέες εξετάσεις, χρειάζεται να αναλύσουμε προσεκτικά τις πληροφορίες που ήδη έχουμε.
Μια προηγούμενη προσπάθεια IVF περιέχει πολύ περισσότερη διαγνωστική πληροφορία απ’ όση συχνά αντιλαμβανόμαστε.
Πόσα ωοθυλάκια αναπτύχθηκαν; Πόσα ωάρια συλλέχθηκαν; Πόσα ήταν ώριμα; Πόσα γονιμοποιήθηκαν; Πώς εξελίχθηκαν τα έμβρυα; Πώς προετοιμάστηκε το ενδομήτριο; Πώς πραγματοποιήθηκε η εμβρυομεταφορά;
Πριν αναζητήσουμε μία νέα «κρυφή αιτία», πρέπει να καταλάβουμε τι μας έδειξε ήδη η προηγούμενη θεραπεία.
Η ηλικία και η ωοθηκική εφεδρεία
Η ηλικία της γυναίκας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την πιθανότητα επιτυχίας της εξωσωματικής.
Με την αύξηση της ηλικίας αυξάνεται και η πιθανότητα ένα ωάριο να οδηγήσει σε έμβρυο με χρωμοσωμική ανωμαλία.
Η AMH και το AFC μάς βοηθούν κυρίως να εκτιμήσουμε την αναμενόμενη ανταπόκριση των ωοθηκών στη διέγερση και τον πιθανό αριθμό ωαρίων.
Δεν αποτελούν όμως άμεσο τεστ της ποιότητας των ωαρίων.
Μια γυναίκα 42 ετών μπορεί να έχει σχετικά καλή AMH και να παράγει αρκετά ωάρια. Τα ωάρια της όμως εξακολουθούν να έχουν τη βιολογική ηλικία των 42 ετών.
Αντίστροφα, μια χαμηλή AMH δεν σημαίνει από μόνη της ότι η εγκυμοσύνη είναι αδύνατη.
Η διάκριση μεταξύ ποσότητας και βιολογικής ποιότητας των ωαρίων είναι κρίσιμη όταν αξιολογούμε μια αποτυχημένη προσπάθεια.
Ήταν σωστό το πρωτόκολλο διέγερσης;
Επανεξετάζουμε:
το πρωτόκολλο που χρησιμοποιήθηκε,
την αρχική δόση φαρμάκων,
την πορεία της διέγερσης,
τον αριθμό και την ανάπτυξη των ωοθυλακίων,
τις ορμονικές μετρήσεις όταν έχουν κλινική σημασία,
το trigger,
και τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την ωοληψία.
Δεν πρέπει όμως να θεωρούμε ότι:
«Αφού η προηγούμενη εξωσωματική απέτυχε, την επόμενη φορά πρέπει απλώς να δώσουμε περισσότερα φάρμακα.»
Η μεγαλύτερη δόση FSH δεν δημιουργεί νέα ωοθυλάκια.
Ο στόχος δεν είναι η μέγιστη δυνατή φαρμακευτική διέγερση αλλά η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της διαθέσιμης ωοθηκικής εφεδρείας.
Πόσα ωάρια συλλέχθηκαν και πόσα ήταν ώριμα;
Ο συνολικός αριθμός των ωαρίων δεν λέει όλη την ιστορία.
Μας ενδιαφέρει επίσης πόσα από αυτά ήταν ώριμα και κατάλληλα για γονιμοποίηση.
Εάν επανειλημμένα υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ:
αριθμού ώριμων ωοθυλακίων,
αριθμού ωαρίων που συλλέγονται,
και αριθμού ώριμων ωαρίων,
τότε αξίζει να επανεξεταστούν η διέγερση, το trigger, ο χρονισμός της ωοληψίας και συνολικά το μοτίβο της ωοθηκικής ανταπόκρισης.
Εδώ μπορεί πράγματι να υπάρχει λόγος να αλλάξει κάτι στην επόμενη προσπάθεια.
Τι συνέβη στη γονιμοποίηση;
Το επόμενο ερώτημα είναι πόσα από τα ώριμα ωάρια γονιμοποιήθηκαν φυσιολογικά.
Όταν η γονιμοποίηση είναι επανειλημμένα χαμηλότερη από την αναμενόμενη, χρειάζεται να αξιολογηθούν:
τα χαρακτηριστικά των ωαρίων,
ο ανδρικός παράγοντας,
η μέθοδος γονιμοποίησης,
και τα διαθέσιμα εμβρυολογικά δεδομένα.
Δεν χρειάζεται κάθε ζευγάρι περισσότερες εξετάσεις σπέρματος επειδή μία IVF απέτυχε.
Όταν όμως υπάρχει επαναλαμβανόμενο συγκεκριμένο πρόβλημα, ο ανδρικός παράγοντας πρέπει να επανεκτιμηθεί και όχι να θεωρείται ότι επειδή πραγματοποιήθηκε ICSI, το σπέρμα δεν μας απασχολεί πλέον.
Τι μας λέει η ανάπτυξη των εμβρύων;
Πόσα ωάρια γονιμοποιήθηκαν;
Πόσα έμβρυα συνέχισαν να αναπτύσσονται;
Πόσα έφτασαν στο στάδιο της βλαστοκύστης;
Ποια ήταν η μορφολογία τους;
Υπήρχε επαναλαμβανόμενο στάδιο στο οποίο σταματούσε η ανάπτυξή τους;
Η μορφολογία των εμβρύων είναι χρήσιμη, αλλά δεν αποτελεί γενετική εξέταση.
Ένα μορφολογικά πολύ καλό έμβρυο δεν είναι απαραίτητα χρωμοσωμικά φυσιολογικό.
Αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνεται η ηλικία της γυναίκας.
Χρειάζεται PGT-A μετά από αποτυχημένη IVF;
Μετά από μία ή περισσότερες αποτυχημένες προσπάθειες, το PGT-A αποτελεί συχνή ερώτηση.
Το PGT-A μπορεί να προσφέρει πληροφορίες σχετικά με τη χρωμοσωμική κατάσταση των βλαστοκύστεων που έχουν δημιουργηθεί.
Δεν:
βελτιώνει την ποιότητα των ωαρίων,
Do I need ERA or an "implantation window" test?
διορθώνει ένα ανευπλοειδές έμβρυο,
ούτε αποτελεί από μόνο του θεραπεία της αποτυχίας εμφύτευσης.
Μπορεί να έχει θέση σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
Η πιθανή αξία του εξαρτάται από την ηλικία, τον αριθμό των διαθέσιμων βλαστοκύστεων, το προηγούμενο αναπαραγωγικό ιστορικό και κυρίως από το εάν το αποτέλεσμα της εξέτασης πρόκειται πραγματικά να αλλάξει την κλινική απόφαση.
Αποτυχία εμφύτευσης: μήπως το πρόβλημα βρίσκεται στη μήτρα;
Όταν ένα έμβρυο δεν εμφυτεύεται, είναι φυσικό η προσοχή να στρέφεται στο ενδομήτριο.
Όμως:
Μία αποτυχημένη εμβρυομεταφορά δεν σημαίνει αυτομάτως παθολογικό ενδομήτριο.
Πρέπει να γνωρίζουμε εάν η ενδομητρική κοιλότητα έχει αξιολογηθεί επαρκώς και εάν υπάρχει υποψία για:
πολύποδα,
υποβλεννογόνιο ινομύωμα,
ενδομητρικές συμφύσεις,
συγγενή ανωμαλία της μήτρας,
ή άλλη παθολογία που μπορεί να επηρεάζει την κοιλότητα.
Το εξειδικευμένο διακολπικό υπερηχογράφημα και, όπου χρειάζεται, το 3D υπερηχογράφημα μπορούν να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες.
Η υστεροσκόπηση έχει θέση όταν υπάρχει συγκεκριμένη ένδειξη. Δεν χρειάζεται όμως να πραγματοποιείται μηχανικά μετά από κάθε αποτυχημένη εμβρυομεταφορά.
Υδροσάλπιγγα και αποτυχία IVF
Η παρουσία υδροσάλπιγγας αποτελεί εύρημα που μπορεί πραγματικά να αλλάξει τη θεραπευτική στρατηγική.
Μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την πιθανότητα εμφύτευσης και την επιτυχία της εξωσωματικής.
Όταν υπάρχει υποψία, πρέπει να διερευνάται σωστά και, όταν επιβεβαιώνεται και είναι κλινικά σημαντική, να συζητείται η κατάλληλη αντιμετώπιση πριν από την επόμενη εμβρυομεταφορά.
Αυτό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός κλινικά αξιοποιήσιμου ευρήματος: βρίσκουμε κάτι για το οποίο υπάρχει συγκεκριμένη θεραπευτική απόφαση που μπορεί να επηρεάσει την επόμενη προσπάθεια.
Ενδομητρίωση και αδενομύωση
Δεν χρειάζεται κάθε γυναίκα μετά από αποτυχημένη IVF να υποβάλλεται σε μαγνητική τομογραφία ή λαπαροσκόπηση για να αναζητήσουμε ενδομητρίωση.
Όταν όμως υπάρχουν:
έντονη δυσμηνόρροια,
χρόνιος πυελικός πόνος,
βαθιά δυσπαρευνία,
ενδομητρίωμα,
χαρακτηριστικά υπερηχογραφικά ευρήματα,
ή υποψία αδενομύωσης,
η στοχευμένη διερεύνηση μπορεί να έχει ουσιαστική κλινική αξία.
Η εξέταση πρέπει να ξεκινά από συγκεκριμένη κλινική υποψία και όχι από την ανάγκη να βρεθεί οπωσδήποτε μία εξήγηση για την προηγούμενη αποτυχία.
Ελέγχουμε το ενδομήτριο — όχι μόνο το πάχος του
Το πάχος του ενδομητρίου είναι χρήσιμη πληροφορία.
Δεν αποτελεί όμως από μόνο του μέτρο της «ποιότητας» ή της «δεκτικότητας» του ενδομητρίου.
Μας ενδιαφέρει:
πώς αναπτύχθηκε το ενδομήτριο,
ποιο πρωτόκολλο χρησιμοποιήθηκε,
εάν επρόκειτο για φυσικό ή προγραμματισμένο κύκλο,
η έκθεση στην προγεστερόνη,
ο χρονισμός της εμβρυομεταφοράς,
και, σε κατάλληλες περιπτώσεις, τα επίπεδα προγεστερόνης.
Ιδιαίτερα στους προγραμματισμένους κύκλους μεταφοράς κατεψυγμένων εμβρύων (FET), ο χρονισμός και η επαρκής έκθεση στην προγεστερόνη αποτελούν πρακτικά στοιχεία που αξίζει να επανεξεταστούν.
Επανεξετάζουμε και την ίδια την εμβρυομεταφορά
Μερικές φορές αναζητούμε πολύ σύνθετες βιολογικές εξηγήσεις και παραβλέπουμε τα πρακτικά δεδομένα.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε:
Ήταν εύκολη η εμβρυομεταφορά;
Υπήρξε δυσκολία στην είσοδο του καθετήρα;
Χρειάστηκαν πολλαπλοί χειρισμοί;
Υπήρχε αίμα στον καθετήρα;
Πραγματοποιήθηκε με κατάλληλη υπερηχογραφική καθοδήγηση;
Υπήρξε κάτι τεχνικά διαφορετικό από το αναμενόμενο;
Δεν χρειάζεται πάντα μια «εξωτική» εξήγηση.
Μερικές φορές πρέπει πρώτα να ξαναδούμε πολύ καλά τα βασικά.
Ποιες εξετάσεις χρειάζονται μετά από αποτυχημένη εξωσωματική;
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο πακέτο εξετάσεων που πρέπει να πραγματοποιεί κάθε γυναίκα μετά από μια αποτυχημένη IVF.
Η βασική αρχή είναι:
Κάθε νέα εξέταση πρέπει να απαντά σε ένα συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα και το αποτέλεσμά της να έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τη θεραπευτική μας απόφαση.
Χρειάζομαι ERA ή εξέταση «παραθύρου εμφύτευσης»;
How did the embryos actually develop?
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι διαθέσιμες εμπορικές εξετάσεις μπορούν σε κάθε γυναίκα να προσδιορίσουν μια κλινικά σημαντική μετατόπιση του παραθύρου ή ότι η εξατομίκευση της εμβρυομεταφοράς με βάση αυτές αυξάνει αποδεδειγμένα την πιθανότητα γέννησης παιδιού σε όλες τις ασθενείς.
Γι’ αυτό οι εξετάσεις ενδομητρικής δεκτικότητας δεν πρέπει να αποτελούν αυτόματο επόμενο βήμα μετά από μια αποτυχημένη IVF.
Χρειάζεται έλεγχος του μικροβιώματος;
Το μικροβίωμα του γεννητικού συστήματος αποτελεί σημαντικό πεδίο σύγχρονης έρευνας.
Έχουν παρατηρηθεί συσχετίσεις μεταξύ διαφορετικών μικροβιακών προτύπων και αναπαραγωγικών αποτελεσμάτων.
Όμως συσχέτιση δεν σημαίνει απαραίτητα αιτιότητα.
Και δεν σημαίνει ότι η ανεύρεση μιας διαφορετικής μικροβιακής σύνθεσης και η προσπάθεια τροποποίησής της θα αυξήσει αποδεδειγμένα την πιθανότητα γέννησης παιδιού.
Γι’ αυτό το microbiome testing δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας μετά από κάθε αποτυχημένη IVF.
Χρόνια ενδομητρίτιδα
Η χρόνια ενδομητρίτιδα μπορεί να έχει θέση στη διερεύνηση επιλεγμένων περιστατικών.
Τα διαγνωστικά κριτήρια όμως δεν είναι απολύτως ομοιόμορφα και δεν πρέπει κάθε γυναίκα μετά από μία αποτυχία να υποβάλλεται αυτόματα σε βιοψία ενδομητρίου και εμπειρική αντιβιοτική αγωγή.
Το ερώτημα παραμένει:
Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος να την υποψιαζόμαστε;
Χρειάζονται ανοσολογικές εξετάσεις;
Μετά από επαναλαμβανόμενες αποτυχίες εμφύτευσης μπορεί να προτείνονται εξετάσεις όπως:
NK cells, KIR/HLA, Th1/Th2 ή cytokines.
Η εμφύτευση πράγματι περιλαμβάνει πολύπλοκους ανοσολογικούς μηχανισμούς.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες εξετάσεις μπορούν σήμερα να αναγνωρίσουν με αξιοπιστία μια γενική «ανοσολογική αιτία» αποτυχίας εμφύτευσης και να οδηγήσουν σε θεραπεία με αποδεδειγμένη βελτίωση της πιθανότητας γέννησης παιδιού.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται μηχανικά ως routine panel μετά από αποτυχημένη IVF.
Κορτιζόνη, intralipids και IVIG
Το γεγονός ότι μια θεραπεία επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα βελτιώσει την εμφύτευση.
Θεραπείες όπως κορτικοστεροειδή, intralipids ή IVIG δεν πρέπει να προστίθενται εμπειρικά απλώς επειδή έχουν προηγηθεί αποτυχημένες προσπάθειες.
Χρειάζεται συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη και αξιολόγηση των δεδομένων αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.
Χρειάζεται έλεγχος θρομβοφιλίας;
Η κληρονομική θρομβοφιλία δεν αποτελεί γενική εξήγηση για κάθε αποτυχημένη εμβρυομεταφορά.
Ένα εκτεταμένο panel θρομβοφιλίας δεν πρέπει επομένως να πραγματοποιείται αυτόματα μετά από αποτυχία εμφύτευσης.
Υπάρχουν συγκεκριμένες κλινικές καταστάσεις και συγκεκριμένο ιστορικό όπου ο αιματολογικός έλεγχος μπορεί να έχει ένδειξη.
Αυτό είναι διαφορετικό από το να αναζητούμε τυχαία μία εργαστηριακή απόκλιση για να εξηγήσουμε μια αποτυχία.
Ασπιρίνη και ηπαρίνη «για καλό και για κακό»;
Όχι χωρίς συγκεκριμένη ένδειξη.
Κάθε φάρμακο πρέπει να έχει λόγο χορήγησης.
Το γεγονός ότι μια θεραπεία χρησιμοποιείται στην αναπαραγωγική ιατρική δεν σημαίνει ότι είναι ωφέλιμη για κάθε γυναίκα.
Δεν προσθέτουμε θεραπεία απλώς επειδή δεν γνωρίζουμε τι άλλο να προσθέσουμε.
Ο ανδρικός παράγοντας μετά από αποτυχημένη IVF
Ο ανδρικός παράγοντας δεν πρέπει να ξεχνιέται επειδή πραγματοποιήθηκε ICSI.
Ανάλογα με το ιστορικό μπορεί να χρειάζεται επανεκτίμηση:
του σπερμοδιαγράμματος,
σημαντικών μεταβολών των παραμέτρων του,
του ανδρολογικού ιστορικού,
πιθανών θεραπεύσιμων αιτιών,
και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, πρόσθετης διερεύνησης όταν το αποτέλεσμα μπορεί να επηρεάσει την αντιμετώπιση.
Το sperm DNA fragmentation μπορεί να προσφέρει επιπλέον πληροφορίες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί υποχρεωτική εξέταση μετά από κάθε αποτυχημένη εξωσωματική.
Τι δεν πρέπει να κάνουμε μετά από μια αποτυχημένη IVF;
Μετά από μια αποτυχία υπάρχει μια πολύ ανθρώπινη ανάγκη:
«Την επόμενη φορά θέλω να κάνουμε περισσότερα.»
Στην αναπαραγωγική ιατρική όμως το περισσότερο δεν είναι πάντοτε καλύτερο.
Περισσότερα φάρμακα.
Περισσότερες εξετάσεις.
Περισσότερα add-ons.
Περισσότερες παρεμβάσεις.
Μπορούν να αυξήσουν το κόστος και την ταλαιπωρία και, ανάλογα με την παρέμβαση, ενδεχομένως τους κινδύνους, χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν την πιθανότητα γέννησης παιδιού.
Η σωστή επανεκτίμηση έχει διαφορετική φιλοσοφία:
Δεν αναζητούμε περισσότερες εξετάσεις. Αναζητούμε περισσότερη χρήσιμη πληροφορία.
Πώς γίνεται οργανωμένα η επανεκτίμηση μιας αποτυχημένης εξωσωματικής;
Μπορούμε να τη συνοψίσουμε σε οκτώ βασικά ερωτήματα:
Τι ακριβώς συνέβη στην προηγούμενη προσπάθεια;
Ήταν η ωοθηκική ανταπόκριση αυτή που περιμέναμε;
Πόσα ώριμα ωάρια και πόση φυσιολογική γονιμοποίηση είχαμε;
Πώς εξελίχθηκαν πραγματικά τα έμβρυα;
ESHRE Guideline: Endometriosis.
Ήταν κατάλληλη η προετοιμασία του ενδομητρίου και η εμβρυομεταφορά;
Υπάρχει ανδρικός ή άλλος παράγοντας που χρειάζεται επανεκτίμηση;
Ποια συγκεκριμένη αλλαγή έχει πραγματική πιθανότητα να βελτιώσει την επόμενη προσπάθεια;
Υπάρχει όμως και μία ακόμη σημαντική ερώτηση:
Τι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε;
Γιατί μία αποτυχημένη προσπάθεια δεν σημαίνει ότι όλα όσα έγιναν ήταν λάθος.
Πότε έχει νόημα μια δεύτερη γνώμη μετά από αποτυχημένη εξωσωματική;
Μια δεύτερη αξιολόγηση δεν σημαίνει ότι ο προηγούμενος γιατρός έκανε απαραίτητα κάτι λάθος.
Μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν:
έχουν προηγηθεί περισσότερες από μία αποτυχημένες προσπάθειες,
επαναλαμβάνεται το ίδιο πρόβλημα,
δεν είναι σαφές γιατί προτείνεται η επόμενη θεραπεία,
έχουν συσσωρευτεί πολλές εξετάσεις και διαφορετικές διαγνώσεις,
προτείνονται συνεχώς νέες πρόσθετες θεραπείες,
ή το ζευγάρι θέλει να επανεξετάσει συνολικά την πορεία του πριν προχωρήσει ξανά.
Σκοπός δεν είναι να αναζητήσουμε οπωσδήποτε ένα λάθος.
Ούτε να υποσχεθούμε ότι θα ανακαλύψουμε μια «κρυφή αιτία».
Σκοπός είναι να οργανώσουμε ξανά όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και να ξεχωρίσουμε:
τι γνωρίζουμε,
τι δεν γνωρίζουμε,
τι αξίζει πραγματικά να διερευνήσουμε
και ποια πληροφορία μπορεί να αλλάξει την επόμενη θεραπευτική απόφαση.
Συχνές ερωτήσεις μετά από αποτυχημένη εξωσωματική
Γιατί απέτυχε η πρώτη εξωσωματική;
Δεν υπάρχει πάντα μία συγκεκριμένη αιτία. Η έκβαση επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία, τα ωάρια, η γονιμοποίηση, η ανάπτυξη και η χρωμοσωμική σύσταση των εμβρύων, η μήτρα και το ενδομήτριο, ο ανδρικός παράγοντας και τα επιμέρους στάδια της θεραπείας.
Η επανεκτίμηση πρέπει να εξετάζει ολόκληρο τον κύκλο και όχι να αναζητά αυτομάτως μία «κρυφή» αιτία.
Πόσες αποτυχημένες εξωσωματικές θεωρούνται πολλές;
Ο αριθμός των προσπαθειών από μόνος του δεν αρκεί για να περιγράψει το πρόβλημα. Διαφορετική σημασία έχει, για παράδειγμα, η επαναλαμβανόμενη αποτυχία δημιουργίας βλαστοκύστεων και διαφορετική η μη επίτευξη εγκυμοσύνης μετά από μεταφορές εμβρύων.
Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται στην ηλικία, στον αριθμό και στα χαρακτηριστικά των εμβρύων που μεταφέρθηκαν και στο συνολικό ιστορικό.
Πότε μπορώ να κάνω ξανά εξωσωματική;
Δεν υπάρχει ένα υποχρεωτικό χρονικό διάστημα που να είναι κατάλληλο για όλες τις γυναίκες.
Η απόφαση εξαρτάται από το είδος της προηγούμενης θεραπείας, την κατάσταση των ωοθηκών και της μήτρας, τυχόν επιπλοκές, το εάν χρειάζεται πρόσθετη διερεύνηση και τη σωματική και ψυχολογική ετοιμότητα της γυναίκας.
Χρειάζονται περισσότερες εξετάσεις μετά από μια αποτυχημένη IVF;
Όχι απαραίτητα.
Πριν ζητηθούν νέες εξετάσεις πρέπει να αναλυθούν τα δεδομένα της προηγούμενης προσπάθειας. Πρόσθετος έλεγχος έχει μεγαλύτερη αξία όταν υπάρχει συγκεκριμένη κλινική υποψία και όταν το αποτέλεσμα μπορεί να αλλάξει την αντιμετώπιση.
Μία αποτυχημένη εμβρυομεταφορά σημαίνει πρόβλημα εμφύτευσης;
Όχι.
Η μη εμφύτευση ενός εμβρύου δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι υπάρχει παθολογία του ενδομητρίου ή κάποιο ειδικό «πρόβλημα εμφύτευσης».
Μπορεί η επόμενη εξωσωματική να πετύχει χωρίς να αλλάξουμε τα πάντα;
Ναι. Η αποτυχία μιας προηγούμενης προσπάθειας δεν αποδεικνύει ότι κάθε στοιχείο του πρωτοκόλλου ήταν λανθασμένο.
Η σωστή επανεκτίμηση πρέπει να αναγνωρίσει τόσο τι αξίζει να αλλάξει όσο και τι δεν υπάρχει λόγος να αλλάξει.
Ioannis A. Sklavounos MD MSc DFFP
Consultant Obstetrician and Gynaecologist
Ειδικευθείς & Μετεκπαιδευθείς στη Μ. Βρετανία
T. Senior Clinical Fellow – Liverpool Women’s Hospital UK
References
ESHRE Working Group on Recurrent Implantation Failure.
ESHRE good practice recommendations on recurrent implantation failure.
Human Reproduction Open. 2023;2023(3).
ESHRE Add-ons Working Group.
Good practice recommendations on add-ons in reproductive medicine.
Human Reproduction. 2023;38(11):2062–2104.
American Society for Reproductive Medicine (ASRM), Practice Committee.
The use of preimplantation genetic testing for aneuploidy: a committee opinion.
Fertility and Sterility. 2024.
European Society of Human Reproduction and Embryology (ESHRE).
Guideline: Ovarian Stimulation for IVF/ICSI.
ESHRE Guideline Group on Ovarian Stimulation.
European Society of Human Reproduction and Embryology (ESHRE).
ESHRE Guideline: Endometriosis.
Human Reproduction. 2025;40(2):398–404.
Human Fertilisation and Embryology Authority (HFEA).
Treatment add-ons with limited evidence.
Guidance on additional tests and treatments offered alongside fertility treatment.
Human Fertilisation and Embryology Authority (HFEA).
Immunological tests and treatments for fertility.
Evidence review concerning steroids, intravenous immunoglobulin (IVIG), intralipids and other immunological interventions in fertility treatment.
Human Fertilisation and Embryology Authority (HFEA).
Endometrial receptivity testing.
Evidence review of endometrial receptivity testing as an IVF treatment add-on.
Human Fertilisation and Embryology Authority (HFEA).
Microbiome testing.
Evidence review of microbiome testing in fertility treatment.
ESHRE Add-ons Working Group.
Add-ons in medically assisted reproduction: from evidence to clinical practice.
Human Reproduction. 2025;40(2):398–404.





