«Έχω κάνει δύο αποβολές. Πρέπει να αρχίσω να ψάχνω γιατί;»
«Μου είπαν να κάνω εξετάσεις θρομβοφιλίας, ανοσολογικές εξετάσεις και NK cells. Χρειάζονται όλα αυτά;»
«Αφού έμεινα έγκυος, γιατί η εγκυμοσύνη σταματά;»
«Θα ξανασυμβεί;»
Μετά από δύο ή περισσότερες αποβολές, είναι απόλυτα κατανοητό ένα ζευγάρι να θέλει μια εξήγηση.
Και είναι επίσης φυσικό να θέλει να κάνει «όλες τις εξετάσεις» πριν προσπαθήσει ξανά.
Όμως στη διερεύνηση των επαναλαμβανόμενων αποβολών το περισσότερο δεν είναι απαραίτητα καλύτερο.
Μια μεγάλη λίστα εξετάσεων αυξάνει την πιθανότητα να βρούμε κάποια εργαστηριακή απόκλιση.
Δεν σημαίνει ότι αυτή η απόκλιση προκάλεσε τις αποβολές.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Ποιες εξετάσεις μπορούν να εντοπίσουν έναν παράγοντα που έχει πραγματική σχέση με τις αποβολές και, κυρίως, μπορεί να αλλάξει σωστά την αντιμετώπιση της επόμενης εγκυμοσύνης;
Από αυτό το ερώτημα πρέπει να ξεκινά η οργανωμένη διερεύνηση.
Πότε μιλάμε για επαναλαμβανόμενες αποβολές;
Οι ορισμοί δεν είναι απολύτως ίδιοι μεταξύ όλων των επιστημονικών οργανισμών.
Σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες επιτρέπουν την έναρξη οργανωμένης διερεύνησης μετά από δύο απώλειες κύησης, ανάλογα με το ιστορικό και τις ιδιαίτερες συνθήκες.
Δεν χρειάζεται επομένως απαραίτητα μια γυναίκα να περιμένει να συμβεί και τρίτη αποβολή για να συζητήσει οργανωμένα το ιστορικό της.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν:
η γυναίκα βρίσκεται σε μεγαλύτερη αναπαραγωγική ηλικία,
οι απώλειες είναι διαδοχικές,
υπάρχει ιστορικό υπογονιμότητας,
υπάρχει γνωστό ιατρικό πρόβλημα,
ή υπάρχουν στοιχεία από τις προηγούμενες κυήσεις που χρειάζονται περαιτέρω αξιολόγηση.
Πρώτα πρέπει να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη
Δεν είναι όλες οι αποβολές ίδιες.
Πριν ζητήσουμε εξετάσεις, έχει μεγάλη σημασία να γνωρίζουμε για κάθε προηγούμενη κύηση:
σε ποια εβδομάδα σταμάτησε,
εάν είχε φανεί ενδομήτριος σάκος,
εάν είχε φανεί έμβρυο,
εάν είχε καταγραφεί καρδιακή λειτουργία,
εάν υπήρχαν υπερηχογραφικά ευρήματα,
εάν πραγματοποιήθηκε ιστολογικός ή γενετικός έλεγχος του υλικού,
και εάν η σύλληψη ήταν φυσική ή μετά από θεραπεία υπογονιμότητας.
Οι πολύ πρώιμες απώλειες και οι κυήσεις που σταματούν μετά την υπερηχογραφική εμφάνιση εμβρύου και καρδιακής λειτουργίας δεν παρέχουν πάντοτε την ίδια κλινική πληροφορία.
Η σωστή διερεύνηση ξεκινά από τη σωστή περιγραφή του προβλήματος.
Η ηλικία και τα χρωμοσώματα του εμβρύου
Ένας από τους συχνότερους λόγους πρώιμης αποβολής είναι μια χρωμοσωμική ανωμαλία του εμβρύου.
Πολλές από αυτές τις ανωμαλίες δημιουργούνται τυχαία κατά τον σχηματισμό του ωαρίου ή του εμβρύου και δεν σημαίνουν ότι οι γονείς έχουν απαραίτητα κάποιο γενετικό πρόβλημα.
Η πιθανότητά τους αυξάνεται σημαντικά με την ηλικία της γυναίκας.
Γι’ αυτό δύο αποβολές σε μια γυναίκα 28 ετών και δύο αποβολές σε μια γυναίκα 42 ετών δεν έχουν απαραίτητα την ίδια πιθανότερη βιολογική εξήγηση.
Η ηλικία δεν εξηγεί τα πάντα.
Αλλά δεν πρέπει να αγνοείται όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το ιστορικό.
Μπορούμε να εξετάσουμε το υλικό της αποβολής;
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ναι.
Η γενετική ανάλυση του υλικού μιας αποβολής μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε εάν η συγκεκριμένη κύηση είχε σημαντική χρωμοσωμική ανωμαλία.
Αυτό μπορεί να προσφέρει ιδιαίτερα χρήσιμη πληροφορία όταν οι απώλειες επαναλαμβάνονται.
Δεν αποτελεί όμως από μόνο του πλήρη διερεύνηση.
Και ένα αποτέλεσμα από μία αποβολή δεν εξηγεί απαραίτητα όλες τις προηγούμενες ή τις μελλοντικές κυήσεις.
Πρέπει να κάνουμε καρυότυπο και στους δύο γονείς;
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να έχει αξία.
Ένας από τους δύο γονείς μπορεί, σπανιότερα, να φέρει μια ισορροπημένη χρωμοσωμική αναδιάταξη χωρίς να έχει ο ίδιος κανένα πρόβλημα υγείας.
Αυτό μπορεί όμως να αυξάνει την πιθανότητα δημιουργίας εμβρύων με μη ισορροπημένο χρωμοσωμικό υλικό.
Όταν υπάρχει τέτοιο εύρημα, η γενετική συμβουλευτική είναι σημαντική και μπορούν να συζητηθούν διαφορετικές αναπαραγωγικές επιλογές.
Ο καρυότυπος όμως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως η μοναδική ή πιθανότερη εξήγηση κάθε αποβολής.
Η απόφαση για γονεϊκό καρυότυπο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα γενετικού ελέγχου προηγούμενης αποβολής, εφόσον υπάρχουν, καθώς και το συνολικό ιστορικό του ζευγαριού.
Η μήτρα πρέπει να ελεγχθεί;
Ναι.
Η ανατομία της μήτρας αποτελεί σημαντικό μέρος της οργανωμένης διερεύνησης επαναλαμβανόμενων αποβολών.
Μας ενδιαφέρει εάν υπάρχει:
διάφραγμα μήτρας,
άλλη συγγενής ανωμαλία,
υποβλεννογόνιο ινομύωμα,
σημαντική παραμόρφωση της ενδομητρικής κοιλότητας,
ενδομητρικές συμφύσεις,
υπολείμματα προηγούμενης κύησης,
ή άλλη ανατομική παθολογία.
Ένα καλό διακολπικό υπερηχογράφημα και, ιδιαίτερα όταν ενδείκνυται, το 3D υπερηχογράφημα μπορούν να δώσουν σημαντικές πληροφορίες.
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί υστεροσκόπηση ή άλλη απεικονιστική εξέταση.
Χρειάζεται όμως υστεροσκόπηση σε όλες;
Όχι απαραίτητα.
Η υστεροσκόπηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν υπάρχει υποψία παθολογίας της ενδομητρικής κοιλότητας ή όταν η προηγούμενη απεικόνιση δεν έχει απαντήσει επαρκώς στο κλινικό ερώτημα.
Δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί αυτομάτως την πρώτη εξέταση κάθε γυναίκας με δύο αποβολές.
Το ερώτημα δεν είναι:
«Ποια εξέταση δεν έχουμε ακόμη κάνει;»
Αλλά:
«Ποια εξέταση μπορεί να απαντήσει σε ένα πραγματικό κλινικό ερώτημα;»
Αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο: ένας έλεγχος που μπορεί πραγματικά να αλλάξει την αντιμετώπιση
Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (APS) είναι διαφορετικό από αυτό που συχνά περιγράφεται γενικά ως «θρομβοφιλία».
Πρόκειται για συγκεκριμένη αυτοάνοση κατάσταση που σχετίζεται με θρομβώσεις και συγκεκριμένες επιπλοκές της κύησης.
Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει συγκεκριμένα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και η διάγνωση δεν βασίζεται απλώς σε ένα μεμονωμένο οριακά θετικό αποτέλεσμα.
Χρειάζεται σωστή αξιολόγηση τόσο του κλινικού ιστορικού όσο και των εργαστηριακών κριτηρίων.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή, όταν υπάρχει πραγματικό αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, η αντιμετώπιση της επόμενης εγκυμοσύνης μπορεί να αλλάξει.
Και οι κληρονομικές θρομβοφιλίες;
Εδώ συναντάμε συχνά υπερβολικό εργαστηριακό έλεγχο.
Factor V Leiden.
Μετάλλαξη προθρομβίνης.
Protein C.
Protein S.
Antithrombin.
Και συχνά ένα μεγάλο panel γενετικών πολυμορφισμών.
Ο routine έλεγχος κληρονομικής θρομβοφιλίας σε κάθε γυναίκα με επαναλαμβανόμενες πρώιμες αποβολές δεν συνιστάται ως γενική προσέγγιση.
Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις στις οποίες ο έλεγχος μπορεί να έχει διαφορετική ένδειξη, για παράδειγμα εξαιτίας προσωπικού ή σημαντικού οικογενειακού ιστορικού φλεβικής θρομβοεμβολικής νόσου.
Αλλά:
δύο αποβολές δεν σημαίνουν αυτομάτως «θρομβοφιλία».
Και το MTHFR;
Αυτό είναι ένα από τα συχνότερα σημεία σύγχυσης.
Οι πολυμορφισμοί MTHFR είναι συχνοί στον γενικό πληθυσμό.
Η ανεύρεσή τους δεν σημαίνει από μόνη της ότι μια γυναίκα έχει κλινικά σημαντική θρομβοφιλία.
Και δεν αποτελούν από μόνοι τους επαρκή εξήγηση για επαναλαμβανόμενες αποβολές.
Ένα θετικό MTHFR δεν πρέπει επομένως να μετατρέπεται αυτόματα σε διάγνωση:
«Βρήκαμε γιατί αποβάλλεις».
Χρειάζεται ασπιρίνη ή ηπαρίνη;
Όχι σε όλες τις γυναίκες.
Η ασπιρίνη και η ηπαρίνη έχουν συγκεκριμένες ενδείξεις.
Η χορήγησή τους «για καλό και για κακό» επειδή έχουν προηγηθεί αποβολές δεν σημαίνει ότι θα αυξήσει την πιθανότητα επιτυχίας όταν δεν υπάρχει κατάλληλη ένδειξη.
Στο επιβεβαιωμένο αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο η θεραπευτική προσέγγιση είναι διαφορετική και μπορεί να έχει ουσιαστικό όφελος.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που θέλουμε:
σωστή διάγνωση πριν από τη θεραπεία.
Ο θυρεοειδής έχει σημασία;
Ναι.
Η λειτουργία του θυρεοειδούς πρέπει να αξιολογείται στο κατάλληλο κλινικό πλαίσιο.
Ο πραγματικός υποθυρεοειδισμός χρειάζεται αντιμετώπιση.
Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε μικρή εργαστηριακή απόκλιση αποτελεί την αιτία των αποβολών.
Ούτε ότι κάθε γυναίκα με θετικά θυρεοειδικά αντισώματα και φυσιολογική θυρεοειδική λειτουργία χρειάζεται αυτόματα θυροξίνη για να αποφύγει νέα αποβολή.
Δεν θεραπεύουμε ένα αντίσωμα. Θεραπεύουμε μια πραγματική κλινική κατάσταση.
Χρειάζεται να ελέγξουμε προλακτίνη και άλλες ορμόνες;
Εξαρτάται από το ιστορικό.
Εάν υπάρχουν:
ακανόνιστες περίοδοι,
αμηνόρροια,
γαλακτόρροια,
διαταραχές ωορρηξίας,
ή άλλα σχετικά συμπτώματα,
η ορμονική διερεύνηση μπορεί να είναι χρήσιμη.
Δεν υπάρχει όμως λόγος κάθε γυναίκα με επαναλαμβανόμενες αποβολές να κάνει ένα τεράστιο ορμονικό panel χωρίς συγκεκριμένη κλινική ένδειξη.
Και ο διαβήτης;
Ο μη καλά ρυθμισμένος σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αποβολής και άλλων επιπλοκών της κύησης.
Γι’ αυτό η μεταβολική υγεία πρέπει να αξιολογείται όταν υπάρχουν σχετικοί παράγοντες κινδύνου ή γνωστό ιστορικό.
Ο στόχος δεν είναι να αναζητήσουμε τυχαία κάθε πιθανή εργαστηριακή απόκλιση.
Είναι να εξασφαλίσουμε ότι η γυναίκα μπαίνει στην επόμενη εγκυμοσύνη με όσο γίνεται καλύτερα ρυθμισμένη γενική υγεία.
Χρειάζομαι ανοσολογικές εξετάσεις;
Αυτό είναι ένα από τα συχνότερα ερωτήματα μετά από επαναλαμβανόμενες αποβολές.
Πολλές γυναίκες ακούνε για:
NK cells,
KIR,
HLA,
Th1/Th2,
cytokines,
«ανοσολογική ασυμβατότητα του ζευγαριού».
Το ανοσοποιητικό σύστημα πράγματι συμμετέχει στην εμφύτευση και στην ανάπτυξη της κύησης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες εμπορικά διαθέσιμες εξετάσεις μπορούν να εντοπίσουν αξιόπιστα μια αιτία επαναλαμβανόμενων αποβολών ή να μας οδηγήσουν σε θεραπεία που έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την πιθανότητα γέννησης παιδιού.
Γι’ αυτό δεν αποτελούν routine μέρος της οργανωμένης διερεύνησης.
Τα NK cells δεν δείχνουν ότι ο οργανισμός «απορρίπτει» το έμβρυο;
Όχι με αυτόν τον απλό τρόπο.
Τα uterine NK cells αποτελούν φυσιολογικό μέρος του ανοσολογικού περιβάλλοντος του ενδομητρίου και έχουν διαφορετική λειτουργία από την απλουστευμένη εικόνα ενός κυττάρου που «επιτίθεται» στο έμβρυο.
Επίσης, η μέτρηση NK cells στο περιφερικό αίμα δεν μας λέει απευθείας τι συμβαίνει μέσα στο ενδομήτριο.
Η φράση:
«Το ανοσοποιητικό σου απορρίπτει το έμβρυο»
είναι πολύ πιο βέβαιη από όσο επιτρέπουν τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα.
Άρα κορτιζόνη, intralipids ή IVIG;
Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εμπειρικά σε κάθε γυναίκα με επαναλαμβανόμενες αποβολές.
Το γεγονός ότι μια θεραπεία καταστέλλει ή τροποποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα δεν αποδεικνύει ότι διορθώνει την αιτία των αποβολών.
Κάθε τέτοια παρέμβαση χρειάζεται πραγματική ένδειξη, τεκμηρίωση και αξιολόγηση πιθανών κινδύνων.
Χρειάζεται έλεγχος μικροβιώματος;
Το ενδομητρικό και κολπικό μικροβίωμα αποτελούν ενδιαφέροντα ερευνητικά πεδία.
Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν συσχετίσεις μεταξύ διαφορετικών μικροβιακών προτύπων και αναπαραγωγικών αποτελεσμάτων.
Αλλά:
συσχέτιση δεν σημαίνει αιτιότητα.
Και δεν έχει αποδειχθεί ότι ο routine έλεγχος μικροβιώματος και η προσπάθεια τροποποίησής του βελτιώνουν την έκβαση σε όλες τις γυναίκες με επαναλαμβανόμενες αποβολές.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να αποτελεί αυτόματη εξέταση.
Χρειάζεται έλεγχος για λοιμώξεις;
Όχι ένα τεράστιο panel λοιμώξεων σε κάθε ασυμπτωματική γυναίκα.
Η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει συγκεκριμένες επιπλοκές στην κύηση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι επαναλαμβανόμενες πρώιμες αποβολές εξηγούνται συνήθως από μια «κρυφή λοίμωξη» που πρέπει να αναζητήσουμε με δεκάδες εξετάσεις.
Ο έλεγχος πρέπει να καθοδηγείται από το ιστορικό και τα συμπτώματα.
Και η χρόνια ενδομητρίτιδα;
Η χρόνια ενδομητρίτιδα έχει μελετηθεί ως πιθανός παράγοντας σε ορισμένες γυναίκες με αναπαραγωγικές αποτυχίες.
Υπάρχουν όμως ζητήματα σχετικά με:
τον ακριβή ορισμό,
τα διαγνωστικά όρια,
την αναπαραγωγιμότητα της διάγνωσης,
και το ποια γυναίκα πραγματικά ωφελείται από θεραπεία.
Η διερεύνησή της μπορεί να συζητηθεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν το ιστορικό δημιουργεί συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα.
Δεν σημαίνει ότι κάθε γυναίκα μετά από δύο αποβολές χρειάζεται αυτομάτως βιοψία ενδομητρίου και εμπειρική αντιβιοτική αγωγή.
Πρέπει να εξεταστεί και ο άνδρας;
Βεβαίως.
Η εγκυμοσύνη προκύπτει από γενετικό υλικό και των δύο συντρόφων.
Το βασικό ανδρολογικό ιστορικό και η αξιολόγηση του ανδρικού παράγοντα έχουν θέση στη συνολική προσέγγιση του ζευγαριού.
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να συζητηθεί και έλεγχος κατακερματισμού DNA των σπερματοζωαρίων (sperm DNA fragmentation).
Η εξέταση όμως δεν πρέπει να γίνεται απλώς επειδή υπάρχει διαθέσιμη.
Πρέπει να γνωρίζουμε:
Εάν βγει παθολογική, τι θα αλλάξουμε και πόσο καλά γνωρίζουμε ότι αυτή η αλλαγή βελτιώνει την πιθανότητα γέννησης παιδιού;
Μήπως η λύση είναι IVF με PGT-A;
Όχι απαραίτητα.
Το PGT-A μπορεί να μας δώσει πληροφορίες για τη χρωμοσωμική κατάσταση εμβρύων που έχουν δημιουργηθεί μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Η πιθανή χρησιμότητά του εξαρτάται από:
την ηλικία της γυναίκας,
τον αριθμό των διαθέσιμων βλαστοκύστεων,
το ιστορικό των αποβολών,
τα προηγούμενα γενετικά δεδομένα,
και το συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα που προσπαθούμε να απαντήσουμε.
Δεν αποτελεί όμως καθολική θεραπεία για τις επαναλαμβανόμενες αποβολές.
Δεν βελτιώνει την ποιότητα των ωαρίων.
Δεν δημιουργεί περισσότερα φυσιολογικά έμβρυα.
Επιλέγει μεταξύ των εμβρύων που υπάρχουν.
Γι’ αυτό το PGT-A δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως αυτόματη λύση για κάθε ζευγάρι με δύο ή περισσότερες αποβολές.
Και αν υπάρχει χρωμοσωμική αναδιάταξη σε έναν γονέα;
Τότε η κατάσταση είναι διαφορετική.
Μετά από κατάλληλη γενετική συμβουλευτική μπορεί να συζητηθεί IVF με ειδικό προεμφυτευτικό γενετικό έλεγχο για δομικές χρωμοσωμικές αναδιατάξεις (PGT-SR), όταν αυτό ενδείκνυται.
Αυτό είναι διαφορετικό από τη γενικευμένη χρήση PGT-A σε κάθε ζευγάρι με επαναλαμβανόμενες αποβολές.
Μήπως φταίει το άγχος;
Οι επαναλαμβανόμενες αποβολές προκαλούν σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση.
Η υποστήριξη της γυναίκας και του ζευγαριού έχει πραγματική αξία.
Δεν πρέπει όμως να μετατρέπουμε το άγχος σε εύκολη εξήγηση.
Το:
«Χαλάρωσε και την επόμενη φορά θα πάει καλά»
δεν αποτελεί ιατρική διάγνωση.
Και δεν βοηθά μια γυναίκα που προσπαθεί να καταλάβει τι πραγματικά συνέβη.
Μήπως έφταιξε κάτι που έκανα;
Στις περισσότερες περιπτώσεις μια πρώιμη αποβολή δεν προκαλείται επειδή η γυναίκα:
περπάτησε,
δούλεψε,
ανέβηκε σκάλες,
έκανε μια συνηθισμένη καθημερινή δραστηριότητα,
ή δεν «ξεκουράστηκε αρκετά».
Η απόλυτη ακινησία δεν αποτελεί τρόπο πρόληψης των περισσότερων πρώιμων αποβολών.
Αντίθετα, αξίζει να βελτιστοποιούνται παράγοντες που πραγματικά σχετίζονται με την υγεία:
διακοπή καπνίσματος,
αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ,
κατάλληλο σωματικό βάρος,
σωστή ρύθμιση χρόνιων νοσημάτων,
και επαρκές φυλλικό οξύ πριν από τη σύλληψη.
Και αν τελικά όλες οι εξετάσεις είναι φυσιολογικές;
Αυτό συμβαίνει.
Σε αρκετά ζευγάρια δεν εντοπίζεται μία συγκεκριμένη αιτία που να εξηγεί με βεβαιότητα όλες τις προηγούμενες απώλειες.
Αυτό μπορεί να είναι απογοητευτικό.
Δεν σημαίνει όμως ότι η επόμενη εγκυμοσύνη θα καταλήξει απαραίτητα σε αποβολή.
Η πρόγνωση εξαρτάται σημαντικά από:
την ηλικία της γυναίκας,
τον αριθμό και το είδος των προηγούμενων απωλειών,
και το συνολικό αναπαραγωγικό ιστορικό.
Σε αρκετές γυναίκες με ανεξήγητες επαναλαμβανόμενες αποβολές, μια επόμενη κύηση μπορεί να εξελιχθεί φυσιολογικά χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια «ειδική» θεραπεία.
Πώς οργανώνεται λοιπόν η διερεύνηση μετά από επαναλαμβανόμενες αποβολές;
Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από έξι βασικούς άξονες:
1. Τι ακριβώς συνέβη στις προηγούμενες κυήσεις;
2. Ποια είναι η ηλικία της γυναίκας και πόσο πιθανός είναι ένας εμβρυϊκός χρωμοσωμικός παράγοντας;
3. Είναι φυσιολογική η ανατομία και η ενδομητρική κοιλότητα της μήτρας;
4. Υπάρχει αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο ή άλλη συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη που χρειάζεται διερεύνηση;
5. Υπάρχει ενδοκρινολογικός ή γενετικός παράγοντας που πραγματικά χρειάζεται να ελεγχθεί;
6. Υπάρχει στοιχείο από τον ανδρικό παράγοντα ή το συνολικό ιστορικό που μπορεί να αλλάξει την επόμενη θεραπευτική απόφαση;
Και μόνο τότε εξετάζουμε εάν υπάρχει λόγος να προχωρήσουμε σε πιο εξειδικευμένη διερεύνηση.
Το σημαντικότερο μήνυμα
Μετά από δύο ή περισσότερες αποβολές, η λύση δεν είναι απαραίτητα να κάνουμε όσες περισσότερες εξετάσεις μπορούμε.
Κάθε επιπλέον εξέταση αυξάνει την πιθανότητα να βρούμε κάτι «εκτός ορίων».
Αλλά:
το να βρούμε μια απόκλιση δεν σημαίνει ότι βρήκαμε την αιτία.
Η σωστή διερεύνηση πρέπει να ξεχωρίζει:
τι έχει τεκμηριωμένη σχέση με τις αποβολές,
τι μπορεί πραγματικά να αλλάξει την αντιμετώπιση,
τι χρειάζεται να διερευνηθεί μόνο σε επιλεγμένες περιπτώσεις,
και τι κινδυνεύει απλώς να δημιουργήσει μια νέα διάγνωση χωρίς πραγματικό θεραπευτικό όφελος.
Ο στόχος δεν είναι να γεμίσουμε έναν φάκελο με εξετάσεις.
Είναι να προετοιμάσουμε όσο καλύτερα μπορούμε την επόμενη εγκυμοσύνη.
Γι’ αυτό μετά από επαναλαμβανόμενες αποβολές η σωστή προσέγγιση δεν είναι:
«Να κάνουμε περισσότερες εξετάσεις».
Είναι:
«Να κάνουμε τις σωστές εξετάσεις — και να γνωρίζουμε τι θα αλλάξουμε ανάλογα με το αποτέλεσμά τους».
Ιωάννης Α. Σκλαβούνος MD MSc DFFP
Μαιευτήρας Χειρουργός Γυναικολόγος
Ειδικευθείς & Μετεκπαιδευθείς στη Μ. Βρετανία
T. Senior Clinical Fellow – Liverpool Women’s Hospital UK
Βιβλιογραφία
American Society for Reproductive Medicine (ASRM), Practice Committee.
Recurrent pregnancy loss: a committee opinion.
Fertility and Sterility. 2026;125:1023–1041.
European Society of Human Reproduction and Embryology (ESHRE).
Recurrent Pregnancy Loss Guideline.
Updated Guideline. ESHRE, 2023.
Royal College of Obstetricians and Gynaecologists (RCOG).
Recurrent Miscarriage. Green-top Guideline No. 17.
BJOG. 2023.
ESHRE Guideline Group on RPL.
ESHRE guideline: recurrent pregnancy loss – update 2022.
Human Reproduction Open. 2023.
American Society for Reproductive Medicine (ASRM), Practice Committee.
The use of preimplantation genetic testing for aneuploidy: a committee opinion.
Fertility and Sterility. 2024.
American College of Obstetricians and Gynecologists (ACOG).
Clinical guidance and recommendations regarding early pregnancy loss and recurrent pregnancy loss.
Royal College of Obstetricians and Gynaecologists (RCOG).
Recurrent miscarriage – patient information.
RCOG, 2023.
European Society of Human Reproduction and Embryology (ESHRE).
Evidence-based recommendations concerning genetic, anatomical, endocrine, immunological and thrombophilic factors in recurrent pregnancy loss.





