Τα κονδυλώματα είναι καλοήθεις επιθηλιακοί δερματικοί όγκοι προκαλούμενοι από διπλής έλικας DNA ιό των κονδυλωμάτων (HPV). Έχουν αναγνωριστεί πάνω από 90 τύπους , αν και κάποιοι ενοχοποιούνται περισσότερο για την αιτιολογική σχέση με τα κονδυλώματα, ενώ άλλοι έχουν σχετισθεί με την δημιουργία δυσπλασίας ή κακοήθειας. Η ύπαρξη περικολπικών κοδυλωμάτων δεν αυξάνει την πιθανότητα για αυξημένου βαθμού δυσπλασία τραχήλου, ενώ η ανίχνευση περιπρωκτικών κονδυλωμάτων συνδέεται με την ύπαρξη αυξημένου βαθμού δυσπλασία του πρωκτού. Υπολογίζεται ότι πάνω από 60% του πληθυσμού θα έχει στο ιστορικό του μια λοίμωξη με HPV, ενώ από αυτούς μόνο το 20% θα εκδηλώσει κονδυλώματα.

Κλινικά τα κονδυλώματα σπάνια προκαλούν φυσικό πόνο, ενώ μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό και αιμορραγία. Κύρια προκαλούν άγχος κυρίως λόγω της παραμόρφωσης της γενετικής περιοχής, του φόβου σύνδεσης με παρουσία δυθσπλασίας και της πιθανότητας να το μεταδώσουν στους συντρόφους τους. Μπορούν να εντοπιστούν οπουδήποτε στην γεννητική περιοχή της γυναίκας, ενώ μη εμφανείς στο μάτι αλλοιώσεις είναι συχνές, παράλληλα με την παρουσία εμφανών κονδυλωμάτων. Σπάνια μπορούν να αναπτυχθούν τόσο σε μέγεθος, ώστε να επηρεάσουν την ούρηση, τις κενώσεις ή ακόμη και τον τοκετό. Νεογνά που γεννιούνται από μητέρες με κολπικά ή τραχηλικά κονδυλώματα, μπορούν να αναπτύξουν λαρυγγικά ή κονδυλώματα γενετικής περιοχής.

Η διάγνωση γίνεται μόνο με την επισκόπηση τις περισσότερες φορές, ενώ η ιστολογική εξέταση είναι κάποιες φορές απαραίτητη για κάποιες άτυπες περιπτώσεις. Η εξέταση με κολπικό διαστολέα ή πρωκτοσκόπιο είναι απαραίτητη στις περισσότερες περιπτώσεις.
Η θεραπεία περιλαμβάνει χημικές αγωγές στις μη κερατινοποιημένες αλλοιώσεις, ενώ η χειρουργική εξαίρεση, η κρυοθεραπεία ή η διαθερμία είναι πολλές φορές οι μέθοδοι εκλογής.

Στις αρχές αντιμετώπισης των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων θα πρέπει να περιλαμβάνεται εξέταση για άλλα παθογόνα, συμβουλευτική για ασφαλείς σεξουαλικά επαφές και πιθανών μελλοντικών επιπλοκών, αλλά και εύρεση και θεραπεία των προηγούμενων συντρόφων, ώστε να αποφευχθεί μετάδοση των νόσων.