Τα χλαμύδια είναι ένας μικροοργανισμός, που παρασιτικά χρειάζεται τα επιθηλιακά κύτταρα του ξενιστή για να μπορέσει να πολλαπλασιαστεί. Είναι το πιο διαδεδομένο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αριθμώντας το 3%- 5% των σεξουαλικά ενεργών γυναικών που προσέρχονται για εξέταση με μια αύξηση περίπου 16% μεταξύ 2001 και 2002.

Οι παράγοντες επικινδυνότητας περιλαμβάνουν:

    • ηλικίες μικρότερες των 25 ετών
    • νέοι σεξουαλικοί σύντροφοι ή πολλαπλοί σύντροφοι
    • έλλειψη χρήσης προφυλακτικού
    • χρήση αντισυλληπτικού χαπιού
    • γυναίκες που κάνουν διακοπή κύησης

Οι περισσότερες γυναίκες (80%) είναι ασυμπτωματικές. Αν παρατηρηθούν συμπτώματα αυτά θα συμβούν μέσα στις πρώτες 3 εβδομάδες από την προσβολή και περιλαμβάνουν κολπική αιμόρροια μετά από επαφή ή ανάμεσα στις περιόδους, δυσουρία, κατώτερο κοιλιακό πόνο και πυώδες κολπικό έκκριμα.
Η εξέταση θα αναδείξει ένα βλεννοπυώδες τραχηλικό έκκριμα. Το ένα τρίτο των ασθενών θα υποστεί ανιούσα φλεγμονή, που θα εκδηλωθεί ως ενδομητρίτιδα, σαλπιγγίτιδα, παραμητρίτιδα, πυελική φλεγμονή ή σαλπιγγοωοθηκικό απόστημα.

Είναι επίσης η συχνότερη αιτία σεξουαλικά αποκτώμενης αρθρίτιδας. Ακόμη και μικρή καθυστέρηση στην έναρξη της θεραπείας θα αυξήσει την πιθανότητα επιπλοκών, όπως η υπογονιμότητα, η εξωμήτριος κύηση και ο χρόνιος πυελικός πόνος.
Τα χλαμύδια στην κύηση συνδέονται με αποβολές και πρόωρο τοκετό. Κατά τη διάρκεια του τοκετού είναι δυνατή η μετάδοση της λοίμωξης με αποτέλεσμα πυώδους επιπεφυκίτιδας και πνευμονίας.

Η διάγνωση γίνεται με διάφορους τρόπους, ο κοινότερος εκ των οποίων είναι ELISA σε ενδοτραχηλικό δείγμα το οποίο θα πρέπει να ληφθεί με μεγάλη προσοχή.
Η θεραπεία περιλαμβάνει χορήγηση αντιβίωσης, όπως η δοξυκυκλίνη, η αζυθρομυκίνη, η οφλοξασίνη, η τετρακυκλίνη και η ερυθρομυκίνη, η οποία χρησιμοποιείται και σε περίπτωση λοίμωξης στη διάρκεια της κύησης. Επαναληπτικό τεστ 3 εβδομάδες μετά το πέρας της θεραπείας είναι απαραίτητο για να διαπιστωθεί η ίαση.