Η επίπτωση της γονόρροιας (βλεννόρροιας) έχει αυξηθεί κατά πολύ από το 1994.
Η νόσος έχει αυξημένη συχνότητα σε πόλεις και πτωχές περιοχές. Αφορά στο 0.5% των γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 50% δε αυτών είναι ηλικίας κάτω των 20 ετών.
Κλινικά όπως με τα χλαμύδια το 50% των γυναικών θα είναι ασυμπτωματικές, ενώ οι υπόλοιπες θα αναφέρουν διαφοροποίηση του κολπικού τους εκκρίματος. Χαμηλό κοιλιακό άλγος θα αναφέρουν το 25% των γυναικών, ενώ η λοίμωξη της ουρήθρας θα εκδηλωθεί με πόνο στην ούρηση χωρίς συχνουρία. Σπάνια μπορεί να εκδηλωθεί με κολπική αιμόρροια ανάμεσα στις περιόδους ή ακόμη και μηνορραγία. Ένα βλεννοπυώδες τραχηλικό έκκριμα θα παρατηρηθεί σε λιγότερο από 50% των περιπτώσεων.
Είναι το δεύτερο συχνότερο παθογόνο που προκαλεί πυελική φλεγμονή, με τον κίνδυνο μακροπρόθεσμων συνεπειών, μετά τα χλαμύδια έχει συνδεθεί η παρουσία της με πιθανότητα αποβολής, πρόωρο τοκετό και νεογνική λοίμωξη. Σε ποσοστό περίπου 1% θα γίνει αιματογενής διασπορά σε απομακρυσμένα σημεία με αποτέλεσμα μηνιγγίτιδα ή ενδοκαρδίτιδα.

Η διάγνωση γίνεται με καλλιέργειες τραχήλου, ουρήθρας ή πρωκτού και είναι άμεσα διαθέσιμες, ειδικές και ευαίσθητες. Ταυτόχρονα χρειάζεται τεστ ευαισθησίας, γιατί έχει παρατηρηθεί αυξημένη ανοχή σε αντιβιοτικά τα τελευταία χρόνια. Η μικροσκόπηση παρέχει άμεση διάγνωση, έχει όμως μειωμένη ευαισθησία 37-50%.
Αντιβιοτική θεραπεία και θεραπεία των συντρόφων μειώνει τη διασπορά της νόσου.

Στις αρχές αντιμετώπισης των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων θα πρέπει να περιλαμβάνεται εξέταση για άλλα παθογόνα, συμβουλευτική για ασφαλείς σεξουαλικά επαφές και πιθανών μελλοντικών επιπλοκών, αλλά και εύρεση και θεραπεία των προηγούμενων συντρόφων, ώστε να αποφευχθεί μετάδοση των νόσων.